Με αφορμή το πρόσφατο θλιβερό γεγονός του θανάτου του 8χρονου παιδιού και την ανίχνευση στον οργανισμό του, του μικρόβιου της διφθερίτιδας, ενός ξεχασμένου εδώ και 30 χρόνια τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, σοβαρού λοιμώδους νοσήματος, αναδύεται το θέμα της ανεπαρκούς εμβολιαστικής κάλυψης της κοινότητας παιδιών και ενηλίκων.

– – – – – – – – –

Η ύπαρξη και κυκλοφορία ενός λοιμώδους νοσήματος στην κοινότητα, ακολουθεί συγκεκριμένα μαθηματικά μοντέλα. Προϋποθέτει ότι ένας αρκετά μεγάλος αριθμός ανθρώπων είναι ανοσοποιημένοι, δηλαδή εμβολιασμένοι, εφοδιασμένοι με αντισώματα για το συγκεκριμένο μικρόβιο , ώστε όταν έρθουν σε επαφή μαζί του, να μην νοσήσουν. Το ποσοστό της εμβολιαστικής αυτής κάλυψης πρέπει να είναι πολύ υψηλό συνήθως πάνω από 90% του πληθυσμού για να μην ξεσπούν επιδημίες. Αυτό ονομάζεται ανοσία της αγέλης. Τα εθνικά προγράμματα εμβολιασμού προβλέπουν για σοβαρά λοιμώδη νοσήματα όπως η διφθερίτιδα να χορηγείται συγκεκριμένος αριθμός δόσεων κατά την παιδική ηλικία και προβλέπει για τη συνέχιση και διατήρησης της ανοσίας τον αναμνηστικό εμβολιασμό κάθε δέκα χρόνια εφ όρου ζωής. Δυστυχώς, επειδή δεν λαμβάνουν την αναμνηστική δόση οι περισσότεροι ενήλικες, κυρίως γιατί δεν το γνωρίζουν, δημιουργούνται ανεμβολίαστοι θύλακες που μπορεί να επιτρέψουν την αναβίωση ενός τέτοιου μικρόβιου.

Στην πρακτική αυτή θα προσθέσουμε δυστυχώς τον αντιεμβολιαστικό σκεπτικισμό που έχει αναδυθεί τα τελευταία χρόνια, γονέων που συνειδητά επιλέγουν να μην εμβολιάζουν τα παιδιά τους, φοβούμενοι δήθεν παρενέργειες των εμβολίων.

Να τονίσουμε επίσης ότι υπάρχουν άνθρωποι σε ένα πληθυσμό που είναι ανοσοκατεσταλμένοι δηλαδή μπορεί ένα εμβόλιο να μην απαντήσει στον οργανισμό τους ώστε να παραχθούν προστατευτικά αντισώματα, άλλοτε πάλι δεν μπορούν να εμβολιαστούν για συγκεκριμένους ιατρικούς λόγους (π.χ. καρκινοπαθείς), είτε είναι άνθρωποι με χρόνια σοβαρά νοσήματα, ηλικιωμένοι, είτε τέλος πολύ μικρά βρέφη και νεογνά που ηλικιακά δεν επιτρέπεται να εμβολιαστούν ακόμη.

Ένα θλιβερό δυστυχώς παράδειγμα του τι μπορεί να συμβεί αν πέσει η συλλογική εμβολιαστική κάλυψη της κοινότητας και τις συνέπειες της. Το ζήσαμε στην χώρα μας αλλά και σε όλη την Ευρώπη τα τελευταία δύο χρόνια, με την επιδημία της ιλαράς από την οποία δυστυχώς θρηνήσαμε τέσσερις νεκρούς. Για να ξεσπάσουν απλά επιδημικά κρούσματα αρκεί η εμβολιαστική κάλυψη της κοινότητας να πέσει μόλις κάτω από το 95% και μόνο! Το μόνο θετικό στην περίπτωση της ιλαράς είναι πως τα παιδιά εμβολιαζόμενα κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, μπορούν να κρατούν ικανοποιητικά αντισώματα από τον συγκεκριμένο εμβολιασμό για πολλές δεκαετίες στη διάρκεια της ζωής τους και για πάντα στην περίπτωση που έχουν νοσήσει , πράγμα που είχε συμβεί με τους περισσότερους μεγαλύτερης ηλικίας ενήλικες, που είχαν νοσήσει από ιλαρά στο παρελθόν πριν καθιερωθεί ο εμβολιασμός. Δεν συμβαίνει δυστυχώς το ίδιο με αλλά σοβαρά νοσήματα όπως ο τέτανος και ο κοκκύτης.

Για τον τέτανο μετά την τελευταία δόση εμβολιασμού στην αρχή της εφηβείας η κάλυψη του οργανισμού με τα αντισώματα που έχουν παραχθει, δεν διαρκεί παραπάνω από δέκα χρόνια, και αρκετά λιγότερο για τον κοκκύτη.

Αφορά όλες τις ηλικίες
Οι ενήλικες μπορεί να νοσούν ακόμη και ήπια από τον κοκκύτη ή να είναι φορείς και να το μεταδώσουν σε νεογνά και βρέφη για τα οποία η νόσος μπορεί να αποβεί θανατηφόρος. Αυτό ακριβώς συνέβη πριν δυο περίπου χρόνια στη χώρα μας με το θάνατο ενός μικρού βρέφους αλλά και κατά καιρούς με μικροεπιδημικες εξάρσεις που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή και την υγεία κυρίως των ευάλωτων πολύ μικρών βρεφών που δεν έχουν λογω ηλικίας προλάβει να εμβολιαστούν και να προστατευτούν.

Από τα παραπάνω λοιπόν συμπεραίνει κανείς ότι οι εμβολιασμοί , δεν είναι κάτι που αφορά μόνο την παιδική ηλικία αλλά όλες τις ηλικίες. Η μη συνέχιση της ανοσίας με τις απαραίτητες αναμνηστικές δόσεις των εμβολίων, ανάλογα με το εμβολιαστικό σχήμα για κάθε νόσο χωριστά, διακόπτει της συλλογική ανοσία της κοινότητας ή ανοσία της αγέλης όπως ονομάζεται και επιτρέπει την αναβίωση πολύ σοβαρών νοσημάτων, που ταλαιπώρησαν και αφαίρεσαν εκατομμύρια ανθρωπινων ζωών, κυρίως παιδιών στο παρελθόν και που καταφέραμε να τις νικήσουμε μόνο με τα εμβόλια.

Με αφορμή το πρόσφατο κρούσμα θανάτου από διφθερίτιδα αξίζει να αναφέρει κανείς ότι ένα ξεχασμένο νόσημα, αφού η διφθερίτιδα στις αρχές περίπου του 1900 αποτελούσε μια από τις δέκα πιο συχνές αιτίες θανάτου. Η ανάγκη λοιπόν, να μην επιτρέψουμε την αναβίωση της, επιβάλει κινητοποίηση από τις δομές υγείας του κράτους κυρίως στο να επικοινωνήσουν, να οργανώσουν και να προωθήσουν μεθοδικά την εφαρμογή καθολικών εμβολιασμών στους ενήλικες όπως ορίζει η θωράκιση της δημόσιας υγείας για όλα τα σοβαρά λοιμώδη νοσήματα.

Απαραίτητος λοιπόν ο εμβολιασμός για όλους, όχι μόνο για τα παιδιά αλλά και τους ενήλικες. Προστατεύουμε έτσι εμάς, τα παιδιά μας αλλά έμμεσα και τον ευπαθή πληθυσμό γύρω μας!

_________

* Η Δρ. Άννα Παρδάλη είναι Επιμελήτρια Παιδίατρος Τμήματος Επειγόντων στο Ιάσω Παίδων.
* Το κείμενο της Δρ. Άννας Παρδάλη δημοσιεύτηκε στο
cnn.gr