Μπορεί η τηλεκπαίδευση να αποδείχθηκε το πολύτιμο γνωστικό αντίδοτο στην πανδημία που κρατάει μακριά τα παιδιά από τον φυσικό τους χώρο, τα σχολεία, ωστόσο ο προβληματισμός για τις πολλές ώρες που περνούν μπροστά από έναν υπολογιστή παραμένει.

Σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα περιοριστικά μέτρα της Πολιτείας, όπως η αναστολή λειτουργίας αθλητικών σωματείων και γυμναστηρίων, περιορίζονται δραματικά οι ευκαιρίες που έχουν για φυσική άσκηση.

Τι μπορούν να κάνουν, λοιπόν, οι γονείς; Τι να προσέχουν και πώς να κινητοποιήσουν τα παιδιά σε μια πιο λελογισμένη χρήση του Διαδικτύου; Ο Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής απευθύνθηκε στην παιδίατρο Εφηβικής Υγείας και επιστημονική συνεργάτιδα της Β’ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών ΕΚΠΑ, Αννα Παρδάλη, η οποία απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις.

«Αν ρωτήσει κανείς σήμερα ένα παιδί και ειδικά έναν έφηβο πώς θα ήταν η ζωή του χωρίς Διαδίκτυο, η ερώτηση θα του φαινόταν το ίδιο παράξενη όπως αν ρωτούσε οποιονδήποτε από τους ενήλικες πώς θα ήταν η ζωή χωρίς τροχούς! Το Διαδίκτυο και η οθόνη αποτελούν ένα τεράστιο πλέον κομμάτι της καθημερινότητας των παιδιών αλλά και της κοινωνικής αλληλεπίδρασης των εφήβων. Η εποχή του κορονοϊού έχει προσθέσει στην καθημερινότητα του παιδιού και του εφήβου και την τηλεκπαίδευση, με την καθήλωση στην οθόνη για εκπαιδευτικούς λόγους να εκτιμάται από τουλάχιστον 3 έως και 12 ώρες καθημερινά, αν κανείς προσθέσει και τις ώρες της μελέτης μέσα από τον υπολογιστή και μαζί και των φροντιστηριακών μαθημάτων! Αν, δε, κανείς προσθέσει και την ώρα που οι έφηβοι διαθέτουν για την κοινωνική αλληλεπίδραση με τους φίλους τους, που τόσο την έχουν ανάγκη, και που αυτή κυρίως εκφράζεται πλέον και ως η μόνη δυνατότητα μέσα από τα διάφορα κοινωνικά δίκτυα, την ανάγκη τους για ψυχαγωγία (YouTube, ομαδικά ή ατομικά ηλεκτρονικά παιχνίδια κ.λπ.), τότε συμπεραίνει κανείς ότι η ζωή τους, πραγματικά, εξελίσσεται καθημερινά μπροστά σε μια οθόνη!», σημειώνει η ίδια.

Τα βασικότερα σημεία που πρέπει να προσέξουμε, σύμφωνα με το άρθρο που επιμελήθηκε η κ. Παρδάλη για τον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής, είναι: 

» Οι συστάσεις των επιστημόνων για την έκθεση στην οθόνη

Η Αμερικανική Παιδιατρική Εταιρία ορίζει και συνιστά ως ασφαλές για τα παιδιά κάτω των 2 ετών (συγκεκριμένα κάτω των 18 μηνών) καμία έκθεση σε καμία οθόνη, για τα παιδιά έως 5 ετών μία μόνο ώρα και όχι ατομική έκθεση και για τα μεγαλύτερα παιδιά και εφήβους δύο μόνο ώρες! Στις ηλικίες αυτές, μάλιστα, συστήνονται η χρήση με όρια και η εκπαίδευση στη διαδικτυακή συμπεριφορά.

Η αλήθεια είναι ότι για την πολύωρη έκθεση στην οθόνη για τους σκοπούς της εκπαίδευσης δεν έχουν ακόμη υπάρξει δεδομένα επιστημονικής έρευνας για πιθανές επιπτώσεις στην υγεία των παιδιών, καθώς η κατάσταση αυτή είναι πρωτόγνωρη και συμβαίνει στο χρονικό διάστημα των τελευταίων μόνο μηνών. Επιπλέον, η έκθεση αυτή είναι πολύ διαφορετική από αυτήν στο Διαδίκτυο, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στη χρήση ηλεκτρονικών παιχνιδιών ή άλλων ψυχαγωγικών ασχολιών, όπως το ΥouΤube και η αγορά προϊόντων. Ολα αυτά έχουν μελετηθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια και έχουν καθοριστεί τα όρια μεταξύ των ορθών και προβληματικών συμπεριφορών από την υπερχρήση ή την κατάχρηση του Διαδικτύου και της οθόνης.

» Ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι κίνδυνοι έπειτα από τόσες ώρες στην οθόνη για τους σκοπούς της τηλεκπαίδευσης

Μία απορία των γονιών είναι η επίδραση στην όρασή τους. Και εδώ δεν υπάρχουν δεδομένα μελέτης, αλλά ένα δεδομένο το οποίο αφορά στην ακτινοβολία από την οθόνη και πιθανή βλάβη στην όραση, απαντάται από τους ειδικούς πως πιθανότατα δεν υφίσταται τέτοιος κίνδυνος από τους σύγχρονου τύπου υπολογιστές και τις οθόνες τους.

Δεν είναι απόλυτα διερευνημένο όμως το πλαίσιο της ακτινοβολίας που δέχεται γενικά ο οργανισμός που προέρχεται π.χ. από συσκευές ενίσχυσης διαδικτυακού σήματος Wi-Fi. Σαφέστερα δεδομένα υπάρχουν όταν χρησιμοποιούνται κινητά τηλέφωνα για τα οποία η πολύωρη χρήση δεν θεωρείται ασφαλής για τα παιδιά όλων των ηλικιών.

Η παρακολούθηση των μαθημάτων με την πολύωρη καθήλωση στην οθόνη απαιτεί μεγαλύτερη εγρήγορση και αυξημένη προσοχή. Και, βέβαια, όλοι ξέρουμε ότι ειδικά οι έφηβοι παράλληλα με την εξέλιξη του διαδικτυακού σχολικού μαθήματος μπορεί να κάνουν χρήση του κινητού τους τηλεφώνου για επικοινωνία με τους φίλους τους και όχι μόνο. Τα διαλείμματα είναι συνήθως μικρά, περίπου 10λεπτα και χωρίς αλλαγή περιβάλλοντος, π.χ. σε εξωτερικό χώρο όπως στο φυσικό διάλειμμα. Για τα δε μικρότερα παιδιά η ανάγκη της σωματικής εκτόνωσης με κίνηση δεν ικανοποιείται, ενώ στα μεγαλύτερα και τους εφήβους ακόμη και στο διάλειμμα σπαταλάται όλος ο χρόνος στην επικοινωνία μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με τους φίλους τους, ομαδικά ηλεκτρονικά παιχνίδια κ.λπ., κάτι που αποτελεί μεγάλη ανάγκη γι’ αυτούς.

Βρίσκονται, έτσι, συνέχεια και παράλληλα σε μια κατάσταση εγρήγορσης λόγω της συνεχούς έκθεσής τους σε ερεθίσματα (ειδοποιήσεις, μηνύματα, likes), με αρνητικές συνέπειες στην εκπαιδευτική διαδικτυακή διαδικασία αλλά και περαιτέρω στον ύπνο, στη συγκέντρωση και τη μνήμη τους.

Η εμπειρία μας, ως παιδίατροι, μέσα στην περίοδο της καραντίνας και με αφορμή την τηλεκπαίδευση ως περίοδο κορύφωσης του φαινόμενου, μας βρίσκει να ακούμε τους γονείς να παραπονιούνται πως τα παιδιά τους «αρνούνται» να δεχτούν να βγουν έξω να περπατήσουν, να ασκηθούν, να απαγκιστρωθούν από την καρέκλα του γραφείου τους και την οθόνη του υπολογιστή ή του κινητού τους τηλεφώνου, γεγονός που θα το ονόμαζε κανείς απόσυρση, παραίτηση από την κανονικότητα και συμπεριφορά «ιδρυματισμού».

Στο πλαίσιο της χρήσης, συσσωρευτικά, του Διαδικτύου έρευνες έχουν δείξει ότι το 95-98% των νέων 14-19 ετών κάνει χρήση του Διαδικτύου, η οποία μπορεί να γίνει προβληματική σε ποσοστό 1%-4%, ποσοστό όχι τόσο μικρό, αν σκεφτεί κανείς ότι η χρήση αφορά καθολικά όλο τον παιδικό και τον εφηβικό πληθυσμό!

Νευροβιολογικά, η προβληματική χρήση του Διαδικτύου και άλλες διαταραχές των παρορμήσεων αλλά και οι εξαρτήσεις μοιράζονται τους ίδιους ψυχολογικούς και νευρολογικούς μηχανισμούς. Στην κατάχρηση του Διαδικτύου φαίνεται ότι διαταράσσεται το σύστημα μιας σημαντικής ουσίας, ενός νευροδιαβιβαστή στον εγκέφαλο, της ντοπαμίνης, που ελέγχει τις παρορμήσεις και τη διαδικασία του αισθήματος της ανταμοιβής, σημαντικές διεργασίες για την ψυχική ισορροπία του ανθρώπου.

Η πολύωρη καθήλωση στις οθόνες στην περίοδο της καραντίνας, λόγω της μειωμένης φυσικής δραστηριότητας και της τάσης να καταναλώνεται παράλληλα περισσότερη τροφή, έχει συσχετιστεί, μεταξύ άλλων, με σημαντική αύξηση του σωματικού βάρους. Η υπερβαρότητα και η παιδική παχυσαρκία αποτελούσαν ήδη ένα σοβαρό πρόβλημα για τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, με τις διάφορες έρευνες να κατατάσσουν τα Ελληνόπουλα ακόμη και στην πρώτη θέση σε παγκόσμια κατάταξη!

» Υπάρχουν θετικά σημεία από αυτήν την «ψηφιακή τηλεσυμβίωση»;

Θα ήταν άδικο, αν δεν αναγνωρίζαμε και τη θετική πλευρά των πραγμάτων. Ετσι:

  • Η εκπαίδευση των παιδιών θα ήταν διαφορετικά αδύνατη στο πλαίσιο αυτής της υγειονομικής κρίσης.
  • Αν δεν υπήρχε η τηλεκπαίδευση ο χρόνος της ενασχόλησης και προβληματικής χρήσης με τις οθόνες και το Διαδίκτυο θα ήταν περισσότερος!
  • Για τα μεγαλύτερα παιδιά και τους εφήβους παραμένει ο μόνος τρόπος να επικοινωνήσουν με τους «σημαντικούς άλλους» της ζωής τους, που είναι οι φίλοι τους, και να έχουν γενικά κοινωνική αλληλεπίδραση και επικοινωνία με τον «δικό τους κόσμο».
  • Το Διαδίκτυο προσφέρει ενημέρωση, εκτόνωση και ψυχαγωγία, εφόσον έχει όρια στη χρήση του.

» Τι πρέπει να κάνουν οι γονείς για να αποτρέψουν τις αρνητικές συνέπειες αυτής της πραγματικότητας;

Με δεδομένο την αναπόφευκτη πραγματικότητα οι γονείς πρέπει:

  • Να επιβλέπουν τη χρήση της κάθε οθόνης και του Διαδικτύου στο μέτρο που είναι δυνατό.
  • Να προτρέπουν δυναμικά και με επιμονή την καθημερινή, έστω και για μικρό χρονικό διάστημα, έξοδο από το σπίτι για τη σωματική άσκηση, περπάτημα, επαφή με τη φύση, δημιουργώντας έτσι κοινό χρόνο με τα παιδιά τους. Στον χρόνο αυτό συνίσταται να μην παίρνουν συσκευές κινητών μαζί τους.
  • Να δίνουν οι ίδιοι το παράδειγμα, καθώς τα παιδιά μαθαίνουν βιωματικά για την ορθή χρήση της οθόνης και του Διαδικτύου.
  • Να παρακολουθούν τη διατροφή και το σωματικό βάρος των παιδιών τους.
  • Να δημιουργούν στον βαθμό που είναι δυνατό ευκαιρίες ευχάριστων δραστηριοτήτων και παιχνιδιού μέσα στο σπίτι, κάτι που, ωστόσο, είναι δυσκολότερο για τα μεγαλύτερα παιδιά και εφήβους.
  • Σε περίπτωση που αναγνωρίσουν οποιαδήποτε συμπεριφορά από τις παρακάτω να μιλήσουν άμεσα με κάποιον ειδικό, όπως:

 Απότομη πτώση της σχολικής επίδοσης.

 Μεταβολές του βάρους (απότομη αύξηση ή μείωση).

 Μεταβολές του ύπνου (αϋπνία ή υπερβολικός ύπνος).

 Κοινωνική απομόνωση (έλλειψη φίλων ή φλερτ).

 Αδιαφορία για την προσωπική εμφάνιση και καθαριότητα.

Στο πλαίσια αυτό λειτουργούν κρατικές δομές Υγείας με τηλεφωνικές γραμμές βοήθειας, όπως οι Μονάδες Εφηβικής Υγείας των Παιδιατρικών Νοσοκομείων της Α’ και της Β’ Πανεπιστημιακής Κλινικής του ΕΚΠΑ, που στην ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο της καραντίνας μπορούν να προσφέρουν κατευθύνσεις και βοήθεια.

«ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ Η ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ»

Για το τέλος, η παιδίατρος Εφηβικής Υγείας, Αννα Παρδάλη, τονίζει ότι «η καθημερινότητά μας έχει, έτσι κι αλλιώς, αλλάξει εδώ και έναν χρόνο! Η προσαρμογή με όσο το δυνατό καλύτερο τρόπο είναι μονόδρομος. Η ελπίδα για την παροδικότητα αυτής της κατάστασης με την αναμονή νέων θεραπειών και της πρόληψης με εμβολιασμό δίνει δύναμη για σωματική και ψυχική ανθεκτικότητα».

_________

* Η Δρ. Άννα Παρδάλη είναι Επιμελήτρια Παιδίατρος Τμήματος Επειγόντων στο Ιάσω Παίδων.
* Το κείμενο της Δρ. Άννας Παρδάλη δημοσιεύτηκε στο
eleftherostypos.gr